
-Μυρίζουν τα πλευρά της νύχτας λιωμένο χιόνι.-
Ποτέ δεν ένοιωσες πόσο σ’ αγάπησα
εκείνες τις λειψές στιγμές της αγωνίας
μέσα στους κήπους με τα στενά σκαλιά
και το υπόγειο στην άκρη να περιμένει…
Ποτέ δεν ένοιωσες σφυγμούς λιπόθυμους
μα πάντα πρόθυμους να τερματίσουν
στην αγκαλιά του δάσους σου που μάτωνε
στην πρώτη, στην εφήμερη ψιχάλα
καθώς για τ’ άλλα έμενε απροσδιόριστη
μια επαφή κενή με ουδέτερο πε χα
που λένε οι χημικοί στην πλαστική ζωή τους.
Κάθομαι τώρα κι ονειρεύομαι
πως θα ’ταν αν τα μάτια σου ανοίγανε
στον ήλιο και τη θάλασσα.
Μάταιες σκέψεις
γιατί σε τσούζουν, είπες, από ευαισθησία.
Κοιμήσου, τα μάτια δεν χρειάζονται σ’ αυτόν τον ύπνο.
Αδιάφορα τα βρίσκει η φυσική εξέλιξη.
Πως η πορεία στρώθηκε κι ενώθηκε αιώνες τώρα
δεν το ξέρεις, ούτε που νοιάστηκες.
Κοιμήσου και για μένα
που μου χρωστά η ζωή λίγη ξεκούραση.
Έχω ένα πονόδοντο λογαριασμό
ούτε παυσίπονο ούτε νάρκωση με πιάνει
μόνο μελάνι χύνω σαν το χταπόδι
στο πόδι και στο σύννεφο μήπως το βρέξει.
Χώμα αν δεις ποτέ στο κάγκελό σου
θα ’ναι η στάχτη μου που απ’ τις σταγόνες λάσπωσε.
Να με φυτέψεις.
©Μαρία Ανδρεαδέλλη
